Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sufrir
01
υποφέρω
experimentar dolor físico o emocional
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
sufro
γ΄ ενικό πρόσωπο
sufre
ενεστώτα μετοχή
sufriendo
απλός αόριστος
sufrió
παθητική μετοχή
sufrido
Παραδείγματα
Sufre de migrañas crónicas desde que era niño.
Υποφέρει από χρόνιους ημικρανίες από τότε που ήταν παιδί.
02
ανέχομαι
soportar o resistir algo desagradable o difícil
Παραδείγματα
No puedo sufrir más esta situación.
Δεν μπορώ να αντέξω άλλο αυτή την κατάσταση.
03
υποφέρω
experimentar un efecto negativo o adversidad
Παραδείγματα
La empresa sufrió pérdidas económicas.
Η εταιρεία υπέστη οικονομικές απώλειες.



























