Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sufrir
01
υποφέρω
experimentar dolor físico o emocional
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
sufro
γ΄ ενικό πρόσωπο
sufre
ενεστώτα μετοχή
sufriendo
απλός αόριστος
sufrió
παθητική μετοχή
sufrido
Παραδείγματα
No quiero que sufras por mi culpa.
Δεν θέλω να υποφέρεις εξαιτίας μου.
02
ανέχομαι
soportar o resistir algo desagradable o difícil
Παραδείγματα
Sufrieron las dificultades juntos.
Αυτοί υπέφεραν τις δυσκολίες μαζί.
03
υποφέρω
experimentar un efecto negativo o adversidad
Παραδείγματα
El equipo sufrió varias derrotas consecutivas.
Η ομάδα υπέστη πολλές συνεχόμενες ήττες.



























