Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Los cuidados
01
φροντίδα, προσοχή
la atención y asistencia que se le da a una persona que está enferma, herida o necesita ayuda para sus actividades diarias
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cuidados
Παραδείγματα
Los cuidados intensivos salvaron la vida del accidentado.
Η φροντίδα εντατική έσωσε τη ζωή του θύματος του ατυχήματος.



























