Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El temblor
01
τρόμος, δόνηση
un movimiento involuntario, rápido y rítmico de una parte del cuerpo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
temblores
Παραδείγματα
Sentía un temblor en las manos por los nervios.
02
sacudida de la tierra
Παραδείγματα
Sentimos un leve temblor anoche.



























