Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El telón
01
κουρτίνα, πανό
cortina grande que se usa en un escenario para cubrir o descubrir la vista del público
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
telones
Παραδείγματα
El telón se abrió lentamente al inicio de la obra.



























