Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
paranoico
01
παρανοϊκός
que tiene una desconfianza excesiva e irracional hacia los demás, creyendo que quieren hacerle daño
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más paranoico
συγκριτικός βαθμός
más paranoico
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
paranoico
αρσενικό πληθυντικό
paranoicos
θηλυκό ενικό
paranoica
θηλυκό πληθυντικό
paranoicas
Παραδείγματα
El paciente presentaba delirios paranoicos sobre ser envenenado.
Ο ασθενής παρουσίαζε παρανοϊκές παραισθήσεις για δηλητηρίαση.



























