Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La intoxicación alimentaria
01
τροφική δηλητηρίαση
una enfermedad causada por comer alimentos contaminados con bacterias, virus o toxinas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
intoxicaciones alimentarias
Παραδείγματα
El médico le diagnosticó una intoxicación alimentaria bacteriana.
Ο γιατρός του διέγνωσε βακτηριακή τροφική δηλητηρίαση.



























