Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La entrepierna
01
βουβωνική χώρα, μεσόκλιτο
la zona del cuerpo donde se unen las piernas con el torso
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
El pantalón se le rompió en la entrepierna.
Το παντελόνι του σκίστηκε στην αχαμνά.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
entrepierna
entre
pierna



























