Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La entrepierna
01
βουβωνική χώρα, μεσόκλιτο
la zona del cuerpo donde se unen las piernas con el torso
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
El sarpullido en la entrepierna es común en verano por el sudor.
Το εξάνθημα στην βουβωνική χώρα είναι συχνό το καλοκαίρι λόγω του ιδρώτα.
Λεξικό Δέντρο
entrepierna
entre
pierna



























