Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
perturbador
01
ανησυχητικός, ενοχλητικός
que causa inquietud, molestia o incomodidad emocional o mental
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más perturbador
συγκριτικός βαθμός
más perturbador
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
perturbador
αρσενικό πληθυντικό
perturbadores
θηλυκό ενικό
perturbadora
θηλυκό πληθυντικό
perturbadoras
Παραδείγματα
Encontraron un mensaje perturbador en la pared.



























