Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La suficiencia
01
επάρκεια, καταλληλότητα
capacidad, competencia o cualidad adecuada para un propósito o función
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Evaluaron la suficiencia de los candidatos para el puesto.
Αξιολόγησαν την επάρκεια των υποψηφίων για τη θέση.



























