Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desencadenar
01
πυροδοτώ
producir o iniciar algo, generalmente un efecto fuerte o una reacción inmediata
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
desencadeno
γ΄ ενικό πρόσωπο
desencadena
ενεστώτα μετοχή
desencadenando
απλός αόριστος
desencadenó
παθητική μετοχή
desencadenado
Παραδείγματα
La crisis económica desencadenó desempleo masivo.
Η οικονομική κρίση προκάλεσε μαζική ανεργία.



























