Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
propiciar
01
ευνοώ, δημιουργώ τις κατάλληλες συνθήκες για
favorecer o crear las condiciones adecuadas para que algo ocurra
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
propicio
γ΄ ενικό πρόσωπο
propicia
ενεστώτα μετοχή
propiciando
απλός αόριστος
propició
παθητική μετοχή
propiciado
Παραδείγματα
Ese comentario propició una discusión acalorada.
Αυτό το σχόλιο propició μια ζωηρή συζήτηση.



























