valeroso
va
ba
μπα
le
le
λε
ro
ˈɾo
ρο
so
so
σο
rigurososudorosopoderosocaluroso

Ορισμός και σημασία του "valeroso"στα ισπανικά

01

θαρραλέος, γενναίος

que demuestra valor, fuerza de ánimo y determinación ante situaciones difíciles o peligrosas 
valeroso definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más valeroso
συγκριτικός βαθμός
más valeroso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
valeroso
αρσενικό πληθυντικό
valerosos
θηλυκό ενικό
valerosa
θηλυκό πληθυντικό
valerosas
θεματικό πεδίο
carácter, comportamiento, personas
Παραδείγματα
El valeroso soldado salvó a sus compañeros en la batalla. 

Ο γενναίος στρατιώτης έσωσε τους συντρόφους του στη μάχη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store