Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rescatar
01
διασώζω
salvar a alguien o algo de un peligro, daño o situación adversa
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
rescato
γ΄ ενικό πρόσωπο
rescata
ενεστώτα μετοχή
rescatando
απλός αόριστος
rescató
παθητική μετοχή
rescatado
Παραδείγματα
El equipo de montaña rescató al excursionista perdido.
Η ορειβατική ομάδα έσωσε τον χαμένο πεζοπόρο.



























