Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
precario
01
ασταθής, επισφαλής
que carece de estabilidad, seguridad o solidez
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más precario
συγκριτικός βαθμός
más precario
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
precario
αρσενικό πληθυντικό
precarios
θηλυκό ενικό
precaria
θηλυκό πληθυντικό
precarias
Παραδείγματα
La situación política era precaria e inestable.
Η πολιτική κατάσταση ήταν αβέβαιη και ασταθής.



























