Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La temeridad
01
απερισκεψία, απροσεξία
actitud de actuar sin precaución, valorando poco los riesgos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La temeridad del piloto provocó el accidente.
Η απερισκεψία του πιλότου προκάλεσε το ατύχημα.



























