Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El trastorno
01
πρόβλημα, δυσκολία
alteración, molestia o inconveniente que causa incomodidad o dificultad
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
trastornos
Παραδείγματα
Lamento el trastorno causado por el retraso del tren.
Ζητώ συγγνώμη για τη δυσκολία που προκλήθηκε από την καθυστέρηση του τρένου.
02
alteración que afecta el funcionamiento normal del cuerpo o de la mente
Παραδείγματα
Le diagnosticaron un trastorno del sueño.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
trastorno
tras
torno



























