Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El punto débil
01
αδύναμο σημείο
parte vulnerable o susceptible de ser afectada o dañada
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
puntos débiles
Παραδείγματα
Este argumento es su punto débil en el debate.
Αυτό το επιχείρημα είναι το αδύναμο σημείο του στη συζήτηση.



























