Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El puntiagudo
01
ακίδα, ακονισμένο αντικείμενο
objeto que termina en una punta aguda
Παραδείγματα
El árbol tenía ramas puntiagudas que podían lastimar.
Το δέντρο είχε μυτερούς κλάδους που μπορούσαν να πληγώσουν.



























