Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vislumbrar
01
διακρίνω
percibir algo débilmente o apenas distinguirlo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
vislumbro
γ΄ ενικό πρόσωπο
vislumbra
ενεστώτα μετοχή
vislumbrando
απλός αόριστος
vislumbró
παθητική μετοχή
vislumbrado
Παραδείγματα
Vislumbramos la torre de la iglesia a lo lejos.
Vislumbramos τον πύργο της εκκλησίας από μακριά.



























