Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
soldar
01
συγκολλώ, συγκολλώ
unir metales u otros materiales con calor o presión
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
sueldo
γ΄ ενικό πρόσωπο
suelda
ενεστώτα μετοχή
soldando
απλός αόριστος
soldó
παθητική μετοχή
soldado
Παραδείγματα
El calor intenso se usa para soldar el metal.
Η έντονη θερμότητα χρησιμοποιείται για συγκόλληση του μετάλλου.



























