soldar
Pronunciation
/sɔlðˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "soldar"στα ισπανικά

soldar
01

συγκολλώ, συγκολλώ

unir metales u otros materiales con calor o presión
soldar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
sueldo
γ΄ ενικό πρόσωπο
suelda
ενεστώτα μετοχή
soldando
απλός αόριστος
soldó
παθητική μετοχή
soldado
Παραδείγματα
El calor intenso se usa para soldar el metal.
Η έντονη θερμότητα χρησιμοποιείται για συγκόλληση του μετάλλου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store