soldar
sol
sol
sol
dar
ˈdaɾ
dar
soltarsolar

Ορισμός και σημασία του "soldar"στα ισπανικά

soldar
01

συγκολλώ, συγκολλώ

unir metales u otros materiales con calor o presión 
soldar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
sueldo
γ΄ ενικό πρόσωπο
suelda
ενεστώτα μετοχή
soldando
απλός αόριστος
soldó
παθητική μετοχή
soldado
Παραδείγματα
El obrero soldó las piezas de hierro. 

Ο εργάτης συγκόλλησε τα κομμάτια σιδήρου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store