Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El patrimonio
01
κληρονομιά, πολιτιστική κληρονομιά
conjunto de bienes, tradiciones, derechos o valores que se heredan o se consideran valiosos para una persona, comunidad o país
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
patrimonios
Παραδείγματα
El patrimonio histórico de la ciudad está protegido por ley.
Η ιστορική κληρονομιά της πόλης προστατεύεται από το νόμο.



























