Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El vandalismo
01
βανδαλισμός
daños intencionales a bienes públicos o privados
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El vandalismo daña la imagen de la ciudad.
Ο βανδαλισμός βλάπτει την εικόνα της πόλης.



























