Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El vandalismo
01
βανδαλισμός
daños intencionales a bienes públicos o privados
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El vandalismo en el parque fue denunciado por los vecinos.
Ο βανδαλισμός στο πάρκο αναφέρθηκε από τους γείτονες.



























