Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
valorar
01
αξιολογώ, εκτιμώ
determinar el valor económico o estimación monetaria de algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
valoro
γ΄ ενικό πρόσωπο
valora
ενεστώτα μετοχή
valorando
απλός αόριστος
valoré
παθητική μετοχή
valorado
Παραδείγματα
Antes de la herencia, se valoraron todos los bienes familiares.
Πριν από την κληρονομιά, όλα τα οικογενειακά περιουσιακά στοιχεία αξιολογήθηκαν.



























