Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
valorar
01
αξιολογώ, εκτιμώ
determinar el valor económico o estimación monetaria de algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
valoro
γ΄ ενικό πρόσωπο
valora
ενεστώτα μετοχή
valorando
απλός αόριστος
valoré
παθητική μετοχή
valorado
Παραδείγματα
El tasador valoró la casa en 200.000 euros.
Ο εκτιμητής αξιολόγησε το σπίτι στα 200.000 ευρώ.



























