valorar
Pronunciation
/bˌalɔɾˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "valorar"στα ισπανικά

valorar
01

αξιολογώ, εκτιμώ

determinar el valor económico o estimación monetaria de algo
valorar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
valoro
γ΄ ενικό πρόσωπο
valora
ενεστώτα μετοχή
valorando
απλός αόριστος
valoré
παθητική μετοχή
valorado
Παραδείγματα
Antes de la herencia, se valoraron todos los bienes familiares.
Πριν από την κληρονομιά, όλα τα οικογενειακά περιουσιακά στοιχεία αξιολογήθηκαν.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store