violentar
Pronunciation
/bjˌolɛntˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "violentar"στα ισπανικά

violentar
01

παραβιάζω την είσοδο, σπάζω την πόρτα

forzar la entrada a un lugar o sobrepasar la resistencia de algo o alguien
violentar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
violento
γ΄ ενικό πρόσωπο
violenta
ενεστώτα μετοχή
violentando
απλός αόριστος
violentó
παθητική μετοχή
violentado
Παραδείγματα
Violentar la cerradura fue suficiente para entrar al local.
Το να σπάσεις την κλειδαριά ήταν αρκετό για να μπεις στο κατάστημα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store