Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
violentar
01
παραβιάζω την είσοδο, σπάζω την πόρτα
forzar la entrada a un lugar o sobrepasar la resistencia de algo o alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
violento
γ΄ ενικό πρόσωπο
violenta
ενεστώτα μετοχή
violentando
απλός αόριστος
violentó
παθητική μετοχή
violentado
Παραδείγματα
Los ladrones violentaron la puerta de la casa.
Οι κλέφτες έσπασαν την πόρτα του σπιτιού.



























