Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La recaída
01
υποτροπή, επανάληψη
retorno de una enfermedad, adicción o hábito tras un periodo de mejoría
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
recaídas
Παραδείγματα
La recaída es común en personas que luchan contra la drogadicción.
Η υποτροπή είναι συχνή σε άτομα που παλεύουν με την εξάρτηση από ναρκωτικά.



























