la recaída
re
re
ρε
caí
ˈkai
και
da
ða
δα
avenidacorridapartidaguarida

Ορισμός και σημασία του "recaída"στα ισπανικά

01

υποτροπή, επανάληψη

retorno de una enfermedad, adicción o hábito tras un periodo de mejoría 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
recaídas
Παραδείγματα
La recaída es común en personas que luchan contra la drogadicción. 

Η υποτροπή είναι συχνή σε άτομα που παλεύουν με την εξάρτηση από ναρκωτικά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store