el trauma
trau
ˈtɾaw
trav
ma
ma
ma
trama

Ορισμός και σημασία του "trauma"στα ισπανικά

01

τραύμα

daño físico o emocional causado por un golpe, accidente o experiencia dolorosa 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
traumas
Παραδείγματα
Sufrió un trauma en la infancia. 

Υπέστη τραύμα στην παιδική ηλικία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store