Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El tratamiento
01
θεραπεία, αγωγή
conjunto de medios o acciones para curar una enfermedad o mejorar una condición física
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
tratamientos
Παραδείγματα
El médico me recetó un tratamiento para la alergia.
Ο γιατρός μου συνέταξε μια θεραπεία για την αλλεργία.
02
μεταχείριση, τρόπος πραγματοποίησης
forma de actuar o comportarse hacia alguien
Παραδείγματα
No me gusta su tratamiento hacia los empleados.
Δεν μου αρέσει η συμπεριφορά του προς τους υπαλλήλους.
03
θεραπεία, διαδικασία
procedimiento o acción aplicada para mejorar o alterar algo
Παραδείγματα
El tratamiento del agua es fundamental para la salud pública.
Η επεξεργασία του νερού είναι θεμελιώδης για τη δημόσια υγεία.
LanGeek



























