Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reinicializar
01
επανεκκίνηση, επαναφορά
apagar y volver a encender un dispositivo o programa para que funcione correctamente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
reinicializo
γ΄ ενικό πρόσωπο
reinicializa
ενεστώτα μετοχή
reinicializando
απλός αόριστος
reinicializó
παθητική μετοχή
reinicializado
Παραδείγματα
Antes de llamar al soporte técnico, intenta reinicializar el sistema.
Πριν καλέσετε την τεχνική υποστήριξη, δοκιμάστε να επανεκκινήσετε το σύστημα.



























