Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
guglear
01
γκουγκλάρω, αναζητώ στο Google
buscar información en Internet usando el motor de búsqueda Google
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
gugleo
γ΄ ενικό πρόσωπο
guglea
ενεστώτα μετοχή
gugleando
απλός αόριστος
gugleó
παθητική μετοχή
gugleado
Παραδείγματα
Necesito guglear la receta antes de cocinar.
Πρέπει να γκουγκλάρω τη συνταγή πριν μαγειρέψω.



























