sumar
su
su
soo
mar
ˈmar
mar
sudar

Ορισμός και σημασία του "sumar"στα ισπανικά

01

προσθέτω, συνοψίζω

unir cantidades o elementos para obtener un total 
sumar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
sumo
γ΄ ενικό πρόσωπο
suma
ενεστώτα μετοχή
sumando
απλός αόριστος
sumó
παθητική μετοχή
sumado
Παραδείγματα
El profesor enseña a los niños a sumar números sencillos. 

Ο δάσκαλος διδάσκει τα παιδιά να προσθέτουν απλούς αριθμούς.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store