Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sumar
01
προσθέτω, συνοψίζω
unir cantidades o elementos para obtener un total
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
sumo
γ΄ ενικό πρόσωπο
suma
ενεστώτα μετοχή
sumando
απλός αόριστος
sumó
παθητική μετοχή
sumado
Παραδείγματα
Debemos sumar los resultados de cada experimento.
Πρέπει να αθροίσουμε τα αποτελέσματα κάθε πειράματος.



























