Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sumar
01
προσθέτω, συνοψίζω
unir cantidades o elementos para obtener un total
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
sumo
γ΄ ενικό πρόσωπο
suma
ενεστώτα μετοχή
sumando
απλός αόριστος
sumó
παθητική μετοχή
sumado
Παραδείγματα
El profesor enseña a los niños a sumar números sencillos.
Ο δάσκαλος διδάσκει τα παιδιά να προσθέτουν απλούς αριθμούς.



























