sumar
Pronunciation
/sumˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "sumar"στα ισπανικά

01

προσθέτω, συνοψίζω

unir cantidades o elementos para obtener un total
sumar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
sumo
γ΄ ενικό πρόσωπο
suma
ενεστώτα μετοχή
sumando
απλός αόριστος
sumó
παθητική μετοχή
sumado
Παραδείγματα
Debemos sumar los resultados de cada experimento.
Πρέπει να αθροίσουμε τα αποτελέσματα κάθε πειράματος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store