Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
erosionar
01
διαβρώνω, φθείρω
desgastarse o deteriorarse lentamente por la acción del agua, viento u otros agentes naturales
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
erosiono
γ΄ ενικό πρόσωπο
erosiona
ενεστώτα μετοχή
erosionando
απλός αόριστος
erosionó
παθητική μετοχή
erosionado
Παραδείγματα
Las lluvias constantes hicieron que la montaña se erosionara.
Οι συνεχείς βροχές προκάλεσαν τη διάβρωση του βουνού.



























