Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
erosionar
01
διαβρώνω, φθείρω
desgastarse o deteriorarse lentamente por la acción del agua, viento u otros agentes naturales
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
erosiono
γ΄ ενικό πρόσωπο
erosiona
ενεστώτα μετοχή
erosionando
απλός αόριστος
erosionó
παθητική μετοχή
erosionado
Παραδείγματα
Es importante plantar vegetación para que el terreno no se erosione.
Είναι σημαντικό να φυτεύουμε βλάστηση για να μην διαβρώνεται το έδαφος.



























