Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
escampar
01
ξεκαθαρίζει
dejar de llover o nevar, o mejorar el tiempo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
escampo
γ΄ ενικό πρόσωπο
escampa
ενεστώτα μετοχή
escampando
απλός αόριστος
escampó
παθητική μετοχή
escampado
Παραδείγματα
El pronóstico dijo que escamparía al mediodía.
Η πρόγνωση είπε ότι θα escamper το μεσημέρι.



























