Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
escandalizado
01
σκανδαλισμένος, αγανακτισμένος
muy sorprendido y desaprobando algo por considerarlo chocante o inmoral
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más escandalizado
συγκριτικός βαθμός
más escandalizado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
escandalizado
αρσενικό πληθυντικό
escandalizados
θηλυκό ενικό
escandalizada
θηλυκό πληθυντικό
escandalizadas
Παραδείγματα
El público estaba escandalizado por la desnudez en la obra de teatro.
Το κοινό ήταν σκανδαλισμένο από τη γύμνια στο θεατρικό έργο.



























