escandalizado

Ορισμός και σημασία του "escandalizado"στα ισπανικά

escandalizado
01

σκανδαλισμένος, αγανακτισμένος

muy sorprendido y desaprobando algo por considerarlo chocante o inmoral
escandalizado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más escandalizado
συγκριτικός βαθμός
más escandalizado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
escandalizado
αρσενικό πληθυντικό
escandalizados
θηλυκό ενικό
escandalizada
θηλυκό πληθυντικό
escandalizadas
Παραδείγματα
La revelación del secreto dejó a todos escandalizados.
Η αποκάλυψη του μυστικού άφησε όλους σκανδαλισμένους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store