posar

Ορισμός και σημασία του "posar"στα ισπανικά

01

καθίζω, προσγειώνομαι

apoyarse o situarse suavemente sobre una superficie
posar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
poso
γ΄ ενικό πρόσωπο
posa
ενεστώτα μετοχή
posando
απλός αόριστος
posó
παθητική μετοχή
posado
Παραδείγματα
El búho se posó silenciosamente en la rama.
Η κουκουβάγια κάθισε σιωπηλά στο κλαδί.
02

ποζάρω, στέκομαι ακίνητος

permanecer quieto para que alguien pueda dibujar o pintar tu imagen
posar definition and meaning
Παραδείγματα
La reina posó para un cuadro histórico.
Η βασίλισσα ποζάρισε για ένα ιστορικό πίνακα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store