Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
posar
01
καθίζω, προσγειώνομαι
apoyarse o situarse suavemente sobre una superficie
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
poso
γ΄ ενικό πρόσωπο
posa
ενεστώτα μετοχή
posando
απλός αόριστος
posó
παθητική μετοχή
posado
Παραδείγματα
El pájaro se posó sobre la rama del árbol.
Το πουλί κάθισε στο κλαδί του δέντρου.
02
ποζάρω, στέκομαι ακίνητος
permanecer quieto para que alguien pueda dibujar o pintar tu imagen
Παραδείγματα
La modelo posó durante dos horas para el retrato.
Το μοντέλο ποζάρισε για δύο ώρες για το πορτρέτο.



























