Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
posibilitar
01
επιτρέπω, διευκολύνω
permitir o facilitar que algo ocurra o se realice
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
posibilito
γ΄ ενικό πρόσωπο
posibilita
ενεστώτα μετοχή
posibilitando
απλός αόριστος
posibilitó
παθητική μετοχή
posibilitado
Παραδείγματα
Las becas posibilitan estudiar en universidades extranjeras.
Οι υποτροφίες επιτρέπουν τη φοίτηση σε ξένα πανεπιστήμια.



























