posibilitar
Pronunciation
/pˌosiβˌilitˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "posibilitar"στα ισπανικά

posibilitar
01

επιτρέπω, διευκολύνω

permitir o facilitar que algo ocurra o se realice
posibilitar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
posibilito
γ΄ ενικό πρόσωπο
posibilita
ενεστώτα μετοχή
posibilitando
απλός αόριστος
posibilitó
παθητική μετοχή
posibilitado
Παραδείγματα
Las becas posibilitan estudiar en universidades extranjeras.
Οι υποτροφίες επιτρέπουν τη φοίτηση σε ξένα πανεπιστήμια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store