ronronear
Pronunciation
/rˌɔnroneˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "ronronear"στα ισπανικά

ronronear
01

γουργουρίζω, βουίζω

producir un sonido vibrante y continuo, especialmente un gato contento
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
ronroneo
γ΄ ενικό πρόσωπο
ronronea
ενεστώτα μετοχή
ronroneando
απλός αόριστος
ronroneó
παθητική μετοχή
ronroneado
Παραδείγματα
Los gatos ronronean para mostrar afecto.
Οι γάτες γουργουρίζουν για να δείξουν στοργή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store