colisionar
Pronunciation
/kˌolisjonˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "colisionar"στα ισπανικά

colisionar
01

συγκρούομαι

chocar o encontrarse violentamente con otro objeto, vehículo o persona
colisionar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
colisiono
γ΄ ενικό πρόσωπο
colisiona
ενεστώτα μετοχή
colisionando
απλός αόριστος
colisionó
παθητική μετοχή
colisionado
Παραδείγματα
Los coches colisionaron a alta velocidad.
Τα αυτοκίνητα συγκρούστηκαν σε υψηλή ταχύτητα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store