Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
colisionar
01
συγκρούομαι
chocar o encontrarse violentamente con otro objeto, vehículo o persona
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
colisiono
γ΄ ενικό πρόσωπο
colisiona
ενεστώτα μετοχή
colisionando
απλός αόριστος
colisionó
παθητική μετοχή
colisionado
Παραδείγματα
Los dos coches colisionaron en el cruce.
Τα δύο αυτοκίνητα συγκρούστηκαν στη διασταύρωση.



























