colisionar
co
ko
ko
lis
lis
lis
io
jo
yo
nar
ˈnaɾ
nar
comisionar

Ορισμός και σημασία του "colisionar"στα ισπανικά

colisionar
01

συγκρούομαι

chocar o encontrarse violentamente con otro objeto, vehículo o persona 
colisionar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
colisiono
γ΄ ενικό πρόσωπο
colisiona
ενεστώτα μετοχή
colisionando
απλός αόριστος
colisionó
παθητική μετοχή
colisionado
Παραδείγματα
Los dos coches colisionaron en el cruce. 

Τα δύο αυτοκίνητα συγκρούστηκαν στη διασταύρωση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store