Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El pectoral
01
θωρακικός μυς
músculo situado en la parte frontal del pecho que permite mover y estabilizar los brazos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pectorales
Παραδείγματα
Los culturistas suelen tener pectorales muy desarrollados.
Οι μπόντιμπίλντερς συνήθως έχουν πολύ ανεπτυγμένους θωρακικούς μυς.



























