la elíptica
elíp
ˈelip
elip
ti
ti
ti
ca
ka
ka

Ορισμός και σημασία του "elíptica"στα ισπανικά

01

ελλειπτικό μηχάνημα, ελλειπτικός

máquina de ejercicio que simula caminar, correr o pedalear sin golpear el suelo 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
elípticas
Παραδείγματα
Entreno media hora diaria en la elíptica. 

Προπονούμαι μισή ώρα καθημερινά στο ελλειπτικό μηχάνημα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store