Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La elíptica
01
ελλειπτικό μηχάνημα, ελλειπτικός
máquina de ejercicio que simula caminar, correr o pedalear sin golpear el suelo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
elípticas
Παραδείγματα
Entreno media hora diaria en la elíptica.
Προπονούμαι μισή ώρα καθημερινά στο ελλειπτικό μηχάνημα.



























