Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
emancipado
01
χειραφετημένος, απελευθερωμένος
que ha sido liberado de la autoridad o control de otra persona o entidad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas emancipado
συγκριτικός βαθμός
mas emancipado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
emancipado
αρσενικό πληθυντικό
emancipados
θηλυκό ενικό
emancipada
θηλυκό πληθυντικό
emancipadas
Παραδείγματα
Tras ser emancipado, dejó el hogar familiar.
Αφού χειραφετήθηκε, έφυγε από το οικογενειακό σπίτι.



























