emancipado
emancipado

Ορισμός και σημασία του "emancipado"στα ισπανικά

emancipado
01

χειραφετημένος, απελευθερωμένος

que ha sido liberado de la autoridad o control de otra persona o entidad 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas emancipado
συγκριτικός βαθμός
mas emancipado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
emancipado
αρσενικό πληθυντικό
emancipados
θηλυκό ενικό
emancipada
θηλυκό πληθυντικό
emancipadas
Παραδείγματα
El menor fue declarado emancipado por el juez. 

Ο ανήλικος κηρύχθηκε χειραφετημένος από τον δικαστή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store