Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
temblar
01
τρέμω
moverse rápidamente de manera involuntaria, generalmente por frío, miedo, emoción o enfermedad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
tiemblo
γ΄ ενικό πρόσωπο
tiembla
ενεστώτα μετοχή
temblando
απλός αόριστος
tembló
παθητική μετοχή
temblado
Παραδείγματα
María tembló al escuchar la noticia.
Η Μαρία τρέμει ακούγοντας την είδηση.



























