Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tambalear
01
ταλαντεύομαι
moverse de manera inestable, perdiendo el equilibrio, al caminar o mantenerse de pie
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
tambaleo
γ΄ ενικό πρόσωπο
tambalea
ενεστώτα μετοχή
tambaleando
απλός αόριστος
tambaleó
παθητική μετοχή
tambaleado
Παραδείγματα
Después de la fiesta, Juan se tambaleaba al salir del bar.
Μετά το πάρτι, ο Χουάν ταλαντευόταν καθώς έφευγε από το μπαρ.



























