plisado
pli
pli
πλι
sa
ˈsa
σα
do
ðo
δο
cortadoviciadoabonadoteclado

Ορισμός και σημασία του "plisado"στα ισπανικά

01

πτυχωτός

que tiene pliegues o dobleces, especialmente en telas o ropa 
plisado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más plisado
συγκριτικός βαθμός
más plisado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
plisado
αρσενικό πληθυντικό
plisados
θηλυκό ενικό
plisada
θηλυκό πληθυντικό
plisadas
θεματικό πεδίο
textiles, ropa, moda
Παραδείγματα
La falda plisada se ve elegante con una blusa sencilla. 

Η πλισέ φούστα φαίνεται κομψή με ένα απλό μπλούζι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store