Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
seducir
01
γοητεύω
atraer, convencer o ganarse a alguien con encanto, belleza o persuasión, especialmente en un contexto romántico o sexual
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
seduzco
γ΄ ενικό πρόσωπο
seducir
ενεστώτα μετοχή
seducir
απλός αόριστος
seducir
παθητική μετοχή
seducido
Παραδείγματα
Él intentó seducir a su pareja con una cena romántica.
Προσπάθησε να αποπλανήσει τον σύντροφό του με ένα ρομαντικό δείπνο.



























