Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La ternura
01
τρυφερότητα
sentimiento de cariño, afecto y cuidado hacia alguien, expresado de manera suave y delicada
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Su mirada estaba llena de ternura.
Το βλέμμα του ήταν γεμάτο τρυφερότητα.
LanGeek



























