Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El terreno
[gender: masculine]
01
τομέας, πεδίο
ámbito o área de conocimiento, actividad o interés
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
terrenos
Παραδείγματα
El terreno artístico requiere creatividad.
Το καλλιτεχνικό πεδίο απαιτεί δημιουργικότητα.
02
οικόπεδο, γη
porción de tierra que se puede usar para construcción, agricultura u otros fines
Παραδείγματα
El terreno de la granja está dividido en varias parcelas.
Το έδαφος της φάρμας χωρίζεται σε διάφορα οικόπεδα.



























