Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
asqueado
01
αηδιασμένος, σιχαμένος
que siente repulsión o rechazo intenso hacia algo desagradable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más asqueado
συγκριτικός βαθμός
más asqueado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
asqueado
αρσενικό πληθυντικό
asqueados
θηλυκό ενικό
asqueada
θηλυκό πληθυντικό
asqueadas
Παραδείγματα
Los turistas estaban asqueados por las condiciones del hotel.
Οι τουρίστες ήταν αηδιασμένοι από τις συνθήκες του ξενοδοχείου.



























